Δεν ξέρω τι μ' έπιασε και θα στα πω

Έχω να φτύσω από τα δεκάξι

Τότε θα έλεγα "κάτσε καλά"

Ηρέμησε, όλα θα γίνουν εντάξει.

Μικρό και τρελό μα το δρόμο που πήρα

κανείς δεν μπορεί κάπου να κατατάξει.

Τα βλέπω τριγύρω τα ψέματα.

Έμαθα να τα διαβάζω τα βλέμματα.

Ίσως δεν ήμουν εδώ αλλά βαριόμουνα,

άσε που δεν αντέχω, ξερνάω με τα αίματα.

Μπήκα στο τρένο εχθές από ανάγκη

μα οι ρόδες μου φάνηκε βγάζαν κραυγές.

Είπα «τη βγάζουμε μέχρι το βράδυ»,

με πιάσαν τα κλάματα από τις φωνές.

Δεν αναπνέαν, δεν είχαν ζωή,

απ' τον καπνό σαν πνιγόταν δεκάδες ψυχές.

Με βρήκαν οι μπάτσοι να οδηγάω βράδυ

Είχα ξεχάσει στο σπίτι το δίπλωμα

Απ' όλους τους τρόπους να με σταματήσουν

Διάλεξαν να μ' οδηγήσουν στο τίποτα.

Ποιος νοιάζεται για τους αδύναμους;

Αυτούς που φοβάται το είναι τους;

Για τους απόκληρους, τους μη ολόκληρους,

αυτούς που γκρεμίζουν το σπίτι τους;

Ποιον προστατεύει ο νόμος σου;

Κάποιοι πονάν απ' τα λόγια σου...

Κάπου στη γη κάποιο σπίτι γκρεμίσανε

Χτες μες τη νύχτα οι μπόμπες σου

κι εγώ κοιμάμαι το βράδυ

κι ας πονάω με τον πόνο τους.

Ξέρω δε θα τους νικήσω ποτέ,

το όνομά σου μικρέ όμως δε θα το σβήσω.

Θα πολεμάω το σκοτάδι με όσο απ' το φως

μού'χει μείνει κι ας μην το νικήσω.

Κοιμάμαι με φώτα ανοιχτά,

μια ζωή φοβάμαι το σκοτάδι.

Χέστης και κότα είμαι κύριε Υπουργέ

μα μαζί δε θα πάμε στον Άδη.

Δεν ξέρω τι άλλω να πω,

σταματάω εδώ,

να περάσει και τούτο το βράδυ...