Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, πως νικάς τη μαύρη ψυχή, αν τη φωτίσεις. Ξέρω πως είναι ψέμα, πως δε μπορεί το σκοτάδι του κόσμου, να σβήσει το φως μιας ψυχής. Το βλέπω γύρω μου. Το βλέπεις γύρω σου. Τι κάνουμε τώρα; Πως πολεμάμε, αυτό το σκοτάδι; Και τι κάνουμε, αλήθεια, αν μας έχει ήδη νικήσει;
Μαμά, μπαμπά, τούτο εδώ, δεν είναι κραυγή. «Κοιτάχτε με, υποφέρω!» μήπως με δει κανείς να πέφτω, και ρίξει στρώμα να πέσω στα μαλακά. Μαμά, μπαμπά, σε λίγο καιρό από τώρα, η αξία μου, για τον κόσμο που αφήνω, θα έχει αριθμό, με τέσσερα ή και πέντε ψηφία. Κι από αριθμός, όσο και να έσπασε κομμάτια η καρδιά μου, όσο και να πόνεσαν τα κόκκαλα απ' την πτώση, πίστεψα πως θα είναι καλύτερα, να γίνω ένα κομμάτι φως.
Που και που φοβάμαι. Όχι κανονικό φόβο, σαν αυτόν για το ύψος ή το σκοτάδι. Φόβο παράλογο, απόκοσμο. Φόβο πως δε νιώθω. Πως δεν αισθάνομαι. Πως θα μπορούσα να κάνω το μεγαλύτερο κακό και να μη νιώσω τίποτα μετά, σαν να είναι απλά Σάββατο. Και ξέρεις κάτι; Ξέρω πως εσύ, για μένα, το πιστεύεις. Το πρόβλημά μου δεν είναι αυτό. Είναι πως αν είμαι αυτό που φοβάμαι... Τι φοβάμαι τελικά;
Το τραύμα μου εμπαίζω σ' ένα θέατρο σκιών Φορώ μάσκες θυμάτων, μάσκες και βασανιστών Πληγές που έχω κρύψει μέσ' το πέπλο της οργής Εκείνου του αμαρτήματος που είμαι επιρρεπής Το τραύμα μου φυλάω, να μη δει ποτέ κανείς Κι αρχίσει να γελά σα διεφθαρμένος δικαστής Στου νου μου το ναό, σαν άλλος δίκαιος Σολομών Δικάζω τα όνειρά μου, ερήμην των εφιαλτών Και κάπως έτσι ξέρεις, έτσι ξέρω και εγώ Τον εαυτό μου τόσο γιατί φτάνω να μισώ Και αν τόσο σε πειράζει και σου μοιάζει υπερβολή με δάχτυλο στο στόμα δείξε μου τη σιωπή Και κάπως έτσι ξέρεις, κι ας μην ξέρεις το γιατί Πως κάποτε αν με βρούνε δίχως μέσα μου ζωή Δε θά'ναι αποτέλεσμα συμβάντων τραγικών Απλά έριξε αυλαία, το θέατρο σκιών...
Αν μπορούσε, ένα έμβλημα, να κλάψει, άραγε θα το έκανε; Όταν απ' το ασπρόμαυρο βγάζεις το άσπρο, πως αντέχεις και δε βυθίζεσαι; Γιατί έφυγαν; Που πήγαν; Που να πήγαν άραγε; Πόσοι ακόμα θα παν ταξίδι, για τη μπάλα, τη μουσική, τη δουλειά... και δε θα επιστρέψουν σπίτι; Καριόλη δρόμε, πόσες ψυχές θα φας ακόμα μέχρι να χορτάσεις;
Κάπου στον πλανήτη, μακριά μας αλλά και δίπλα μας, μερικοί τρελοί αποφάσισαν και διέταξαν, σε ποιο κομμάτι γης, «πρέπει» να ζει ο καθένας από μας. Κάπου στον πλανήτη, μακριά μας αλλά και δίπλα μας, μερικοί τρελοί αποφάσισαν όλοι μαζί, πως αυτό ο νους τους δεν το χωράει. Εγώ είμαι με τους δεύτερους τρελούς Αυτούς που πιστεύουν ακόμα, πως ο Νόμος, μπορεί να υπάρχει μόνο κάτω από τον Άνθρωπο. Και τους δυο τρελούς, που βάλαν τα σώματά τους μπροστά, για να προστατεύσουν τον Άνθρωπο, εγώ δε θέλω να τους δικαιώσω. Θέλω μόνο οι ψυχές τους, αν υπάρχουν κάπου στ' άστρα, να σταματήσουν να πονάνε.
Έχω ώρες ώρες, κάτι παράξενες σκέψεις... Σαν να θέλω να πάρω όλο τον κόσμο, να τον τυλίξω με κάτι ζεστό, και να σιγουρευτώ, με κάποιο μυστήριο τρόπο, πως δε θα πάθει τίποτα κανείς ποτέ. Άλλες φορές, έχω άλλες παράξενες σκέψεις. Θέλω να εκραγώ, να ξεσπάσω. Να ξεριζώσω με μια κίνηση το ίδιο το κεφάλι μου, μήπως φυτρώσει νέο που θα δουλεύει καλύτερα. Που δε θα έχει παράξενες σκέψεις Που θα ξέρει να σκέφτεται, να μιλά, να αγαπά. Που δε θα φοβίζει τους γύρω του ούτε θα τους αηδιάζει. Κι αν μπορούσα; Μήπως άλλαζε τίποτα τελικά;
Με ρωτάς, τι θέλω από τα Σάββατά μου. Απλός άνθρωπος είμαι, δε θέλω πολλά. Να ξυπνήσω το πρωί ό,τι ώρα μου καπνίσει, να ανοίξω το λάπτοπ για να διαβάσω για τους αγώνες του Σαββατοκύριακου, να γελάσω το μεσημέρι με μια χαζοκωμωδία που έχω δει διακόσιες φορές, να βάλω τα ακουστικά μου και ν' ακούσω τις ροκιές μου χωρίς άγχος, να πάω για ύπνο και να μη με νοιάζει τίποτα. Να μη φοβάμαι μήπως κάτι ξέχασα, να μη φοβάμαι τι θα φέρει η Κυριακή που δε θά' χει διαφορά απ' τη Δευτέρα, γιατί πάλι θ' ανοίξω το λάπτοπ να τα σκατώσω στη δουλειά, πάλι το μεσημέρι θα τρώω με το άγχος αν τηλεφωνήσουν κι έχω εκτεθεί γιατί ξέχασα να διορθώσω άλλο ένα παλιό λάθος, πάλι θα πάω για ύπνο και θ' αναρωτιέμαι γιατί ενώ τα κάνω όλα τόσο τεμπέλικα, στραβά κι άσχημα, για μένα είναι σαν να μην έχει γίνει τίποτα. Σαν να ήταν Σάββατο και την άλλη μέρα είναι Κυριακή.